βάβιον

῝βάβιον
Grammatical information: n.
Meaning: `baby' (Dam. Isid. 75)
Derivatives: Names s. Robert, Noms Indigènes 368.
Origin: ONOM [onomatopoia, and other elementary formations]
Etymology: A Syrian word. S. Pok. 91 (Eng. baby). Elementary creation. S. βαβάζω. Here βαβάλια `cradle', Oehl IF 57, 11ff.

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βάβιον — child neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαβίου — βάβιον child neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάβια — βάβιον child neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υποκορίζομαι — ὑποκορίζομαι ΝΜΑ, και ενεργ. ὑποκορίζω Μ (στην μσν. και ενεργ.) χρησιμοποιώ υποκοριστικές λέξεις ή φράσεις νεοελλ. καλώ κάποιον με τον υποκοριστικό τύπο τού ονόματός του μσν. αρχ. μιλώ σαν μικρό παιδί, μιμούμαι την παιδική ομιλία («βάβιον και… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.